Υπερπαραθυρεοειδισμός και Οστεοπόρωση: Τι Συμβαίνει στα Οστά και Τι Αλλάζει μετά την Παραθυρεοειδεκτομή;
Εισαγωγή
Ο υπερπαραθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από αυξημένη λειτουργική δραστηριότητα ενός ή περισσοτέρων παραθυρεοειδών αδένων. Συνηθέστατα οφείλεται σε μονήρες αδένωμα παραθυρεοειδούς, δηλαδή σε έναν καλοήθη όγκο ενός από τους τέσσερις παραθυρεοειδείς που παράγει μεγαλύτερες ποσότητες παραθορμόνης από όσες χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός. Σπανιότερα μπορεί να οφείλεται σε υπερπλασία των παραθυρεοειδών (όπου υπερλειτουργούν και οι τέσσερις παραθυρεοειδείς αδένες).
Τα οστά και οι νεφροί είναι τα βασικά όργανα – «στόχος» στην πάθηση αυτή, δηλαδή τα όργανα που κυρίως επηρεάζονται. Όσον αφορά τα οστά, συχνά εμφανίζουν σταδιακή απώλεια οστικής μάζας, οστεοπενία ή οστεοπόρωση και σε παραμελημένες περιπτώσεις ινώδη κυστική εκφύλιση, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο καταγμάτων.
Οι βλάβες αυτές από τα οστά μπορεί να εμφανιστούν πρώιμα στην διαδρομή του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού, πριν εμφανιστούν οι άλλες επιπλοκές ή κλινικές εκδηλώσεις του.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο όταν υπάρχει οστεοπενία ή οστεοπόρωση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα να υποκρύπτεται πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός και να γίνεται έλεγχος με μέτρηση παραθορμόνης και ασβεστίου αίματος.

Υπερπαραθυρεοειδισμός και Οστεοπόρωση: Τι Συμβαίνει στα Οστά και Τι Αλλάζει μετά την Παραθυρεοειδεκτομή;
Πως δρα η παραθορμόνη στα οστά;
Οι παραθυρεοειδείς, μέσω της παραγωγής παραθορμόνης, έχουν κεντρικό ρόλο στην ρύθμιση του ισοζυγίου ασβεστίου του οργανισμού. Τα οστά έχουν επίσης κεντρικό ρόλο στην ρύθμιση αυτή καθώς αποτελούν την πιο σημαντική αποθήκη ασβεστίου του οργανισμού. Όταν προκύπτει ανάγκη ρύθμισης του ασβεστίου στο αίμα, η παραθορμόνη κινητοποιεί έναν σύνθετο μηχανισμό, στον οποίο εμπλέκονται τα οστά, οι νεφροί και η βιταμίνη D.
H αυξημένη παραγωγή παραθορμόνης – που χαρακτηρίζει τον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό – έχει σαν αποτέλεσμα την κινητοποίηση ασβεστίου από τα οστά, που εισέρχεται στη συνέχεια στο αίμα και αποβάλλεται με τα ούρα. Εξηγείται έτσι η υπερασβεστιαιμία (αυξημένο ασβέστιο στο αίμα) και η υπερασβεστιουρία (αυξημένο ασβέστιο στα ούρα).
Η απώλεια ασβεστίου από τα οστά εξηγεί την μείωση της οστικής πυκνότητας και την εμφάνιση οστεοπενίας, οστεοπόρωσης ή και βαρύτερων αλλοιώσεων (ινώδης κυστική αλλοίωση), που τελικά αυξάνουν τον κίνδυνο καταγμάτων (ακόμη και αυτομάτων, δηλαδή χωρίς σημαντική καταπόνηση των οστών).
Παλαιότερα, οι οστικές αυτές βλάβες ήταν πολύ πιο συχνές και μεγαλύτερης βαρύτητας καθώς η διάγνωση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού γίνονταν σε προχωρημένο στάδιο της νόσου. Αντίθετα σήμερα η διάγνωση τίθεται σε πρωιμότερο στάδιο, και συχνά σε τυχαίο έλεγχο (π.χ. μέτρηση ασβεστίου σε ένα check-up). Σαν αποτέλεσμα, δεν παρατηρούνται συνήθως οι βαριές οστικές βλάβες που έβλεπε κανείς στο παρελθόν.
Παρά ταύτα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα οστά δεν επηρεάζονται. Αντίθετα, μπορεί να εμφανίσουν σιωπηλά βλάβες, που εξελίσσονται χωρίς συμπτώματα για χρόνια.
Ποια οστά επηρεάζονται περισσότερο;
Η αυξημένη παραγωγή παραθορμόνης στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό επηρεάζει ιδιαίτερα την φλοιώδη μοίρα των οστών. Η αξιολόγηση των οστικών βλαβών δεν θα πρέπει να περιορίζεται σε μία μόνο ανατομική περιοχή (π.χ. περιφερικό τριτημόριο της κερκίδας) αλλά να συναξιολογούνται και οι βλάβες που μπορεί να υπάρχουν και σε άλλες περιοχές (π.χ. μηριαίο, σπόνδυλοι κλπ.).
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας είναι μία σημαντική εξέταση για την διερεύνηση της υγείας των οστών στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.
Οστεοπόρωση: ευθύνονται οι παραθυρεοειδείς;
Η εμφάνιση οστεοπόρωσης δεν σημαίνει ότι οφείλεται σε πάθηση των παραθυρεοειδών. Πράγματι, ο οστεοπόρωση είναι αρκετά συχνή ιδιαίτερα στις γυναίκες και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν οφείλεται στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.
Οφείλει κανείς εντούτοις στην οστεοπόρωση να λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο του υπερπαραθυρεοειδισμού. Και πράγματι, πολλές φορές είναι η οστεοπόρωση που οδηγεί τον γιατρό στο να ζητήσει περισσότερες εξετάσεις (όπως μέτρηση παραθορμόνης και ασβεστίου), με τις οποίες μπορεί να τεθεί η διάγνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού. Έτσι η οστεοπόρωση μπορεί να είναι η αφορμή για να διαγνωστεί ο υπερπαραθυρεοειδισμός.
Η υποψία για πιθανό υπερπαραθυρεοειδισμό αυξάνεται όταν συνυπάρχει νεφρολιθίαση (ιδιαίτερα όταν αυτή υποτροπιάζει) και όταν η οστεοπόρωση επιδεινώνεται σημαντικά χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Η διάγνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού τίθεται εύκολα με μέτρηση του ασβεστίου και της παραθορμόνης στο αίμα. Χαρακτηριστική είναι η αύξηση των επιπέδων ασβεστίου και της παραθορμόνης, ενώ συχνά παρατηρείται και υπερασβεστιουρία (αυξημένο ασβέστιο ούρων).
Είναι προφανές ότι όταν υπάρχει υπερπαραθυρεοειδισμός δεν αρκεί η αντιμετώπιση μόνο των οστικών βλαβών, αλλά θα πρέπει βασικά να αντιμετωπιστεί άμεσα το αίτιο (υπερπαραθυρεοειδισμός) και στη συνέχεια να αποκατασταθεί η οστεοπενία – οστεοπόρωση.
Μπορεί να υπάρχει υπερπαραθυρεοειδισμός και οστικές βλάβες χωρίς υψηλό ασβέστιο;
Πρόκειται για ένα συχνό κλινικό σενάριο. Πράγματι, δεν παρουσιάζουν όλοι οι ασθενείς την τυπική εικόνα υπερασβεστιαιμίας + υπερπαραθορμοναιμίας. Υπάρχουν ασθενείς με φυσιολογικό ασβέστιο (νορμοασβεστιαιμικός υπερπαραθυρεοειδισμός) ή ακόμη και με φυσιολογικό ασβέστιο και φυσιολογική παραθορμόνη (απρόσφορα υψηλή αλλά εντός των φυσιολογικών ορίων, νορμοασβεστιαιμικός νορμοορμονικός υπερπαραθυρεοειδισμός).
Πρόκειται για ηπιότερες ή άτυπες μορφές υπερπαραθυρεοειδισμού, που τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται όλο και πιο συχνά, σαν αποτέλεσμα της πρώιμης διάγνωσης της νόσου.
Η διάγνωση θα πρέπει να τίθεται με ιδιαίτερη προσοχή, συναξιολογώντας όλες τις παραμέτρους του διαγνωστικού ελέγχου του ασθενούς και αποκλείοντας άλλα αίτια που μπορεί να ευθύνονται για την αύξηση των επίπεδων παραθορμόνης ή/και του ασβεστίου.
Υπερπαραθυρεοειδισμός – μπορεί να ευθύνεται για κατάγματα;
H μείωση της οστικής πυκνότητας (οστεοπενία / οστεοπόρωση) έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της αντοχής των οστών, πράγμα που σημαίνει ότι αυξάνεται η πιθανότητα κατάγματος. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα κατάγματα μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και με ελάχιστη καταπόνηση των οστών. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για τα λεγόμενα παθολογικά κατάγματα.
Επομένως, η αξιολόγηση της «υγείας» των οστών αποτελεί βασικό μέρος της εκτίμησης του ασθενούς με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.
Είναι η οστεοπόρωση ένδειξη για χειρουργική αντιμετώπιση του υπερπαραθυρεοειδισμού (παραθυρεοειδεκτομή);
Η παρουσία έντονων οστικών αλλοιώσεων θεωρείται μία σημαντική επιπλοκή του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού και θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη στην διαδικασία λήψης θεραπευτικών αποφάσεων (όπως είναι η ένδειξη χειρουργικής επέμβασης).
Η βαριά οστεοπόρωση και πολύ περισσότερο η παρουσία παθολογικού κατάγματος είναι σημαντικές παράμετροι που κατευθύνουν προς την χειρουργική επέμβαση για την ριζική και οριστική λύση του προβλήματος του ασθενούς.
Παράλληλα, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι, όπως η ηλικία του ασθενούς, η παρουσία άλλων επιπλοκών (π.χ. νεφρολιθίαση) και τα υπόλοιπα κλινικο-εργαστηριακά δεδομένα.
Τι συμβαίνει στα οστά μετά την παραθυρεοειδεκτομή;
Με την επιτυχή χειρουργική αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού διακόπτεται πλέον ο φαύλος κύκλος της νόσου. Και αυτό γιατί σταματά η αυξημένη παραγωγή παραθορμόνης και -όσον αφορά τα οστά- η κινητοποίηση ασβεστίου από αυτά που επιβάρυνε σημαντικά τον οστικό μεταβολισμό.
Έτσι σταδιακά παρατηρείται σταδιακή αποκατάσταση της οστικής πυκνότητας, σε άλλοτε άλλο βαθμό και με ρυθμό που μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ασθενών.
Η εξέλιξη της κατάστασης των οστών μετά από επιτυχή χειρουργική αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού εξαρτάται από διάφορες παραμέτρους, όπως:
- Ηλικία ασθενούς
- Βαρύτητα υπερπαραθυρεοειδισμού
- Διάρκεια υπερπαραθυρεοειδισμού (πριν την επέμβαση)
- Βαρύτητα οστικών αλλοιώσεων
- Τυχόν συνυπάρχουσες παθήσεις (π.χ. υπερθυρεοειδισμός) κλπ.
Τι είναι το σύνδρομο του «πεινασμένου οστού»;
Ο όρος αυτός (hungry bone syndrome) περιγράφει ένα σπάνιο αλλά ενδιαφέρον κλινικό σενάριο: την απότομη και παρατεταμένη πτώση του ασβεστίου στο αίμα μετά την επιτυχή χειρουργική αντιμετώπιση του υπερπαραθυρεοειδισμού (παραθυρεοειδεκτομή).
Το σύνδρομο αυτό είναι πιθανότερο να παρατηρηθεί σε ασθενείς με παρατεταμένο βαρύ πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό. Στους ασθενείς αυτούς είναι φυσικό οι οστικές βλάβες (απώλεια οστικής πυκνότητας) να είναι ιδιαίτερα σημαντικές.
Έτσι, μετά την παραθυρεοειδεκτομή, μπορεί να παρατηρηθεί απότομη και μαζική μετακίνηση ασβεστίου από το αίμα προς τα οστά που «διψούν» για ασβέστιο.
Σε ασθενείς με έντονη οστική νόσο, μετά την επιτυχή παραθυρεοειδεκτομή μπορεί να παρατηρηθεί απότομη μετακίνηση ασβεστίου από το αίμα προς τα οστά.
Το σύνδρομο πεινασμένου οστού μπορεί να προκαλέσει απότομη και παρατεινόμενη υποασβεστιαιμία και απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση, προσεκτική παρακολούθηση και σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση.
Το σύνδρομο πεινασμένου οστού δεν είναι ταυτόσημο με τον μόνιμο υποπαραθυρεοειδισμό που μπορεί να παρατηρηθεί μετά από επεμβάσεις θυρεοειδούς.
Χρειάζεται έλεγχος και παρακολούθηση των οστών μετά το χειρουργείο;
Η απάντηση είναι θετική -χρειάζεται. Και η παρακολούθηση αυτή περιλαμβάνει τον περιοδικό έλεγχο του ασθενούς με τις εξής εξετάσεις:
- Παραθορμόνη και ασβέστιο αίματος
- Βιταμίνη D στο αίμα
- Μέτρηση οστικής πυκνότητας
Με βάση τα ευρήματα του περιοδικού αυτού ελέγχου μπορεί να απαιτηθεί συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D, καθώς επίσης και ειδική θεραπεία της οστεοπόρωσης (σε συνεννόηση με τον ενδοκρινολόγο, όταν υπάρχει ένδειξη).
Τονίζεται ότι η παραθυρεοειδεκτομή – εφόσον γίνει τεχνικά σωστά – λύνει το πρόβλημα του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού άμεσα και οριστικά, εντούτοις όμως η αποκατάσταση των οστικών βλαβών που έχει προκαλέσει η νόσος πριν την επέμβαση απαιτεί χρόνο.
Η παρακολούθηση και οι πιθανές θεραπευτικές παρεμβάσεις εξατομικεύονται ανάλογα με τα ιδιαίτερα ευρήματα του κάθε συγκεκριμένου ασθενούς.
Μήνυμα για τους ασθενείς
Η οστεοπενία, η οστεοπόρωση ή ακόμη και ένα κάταγμα μπορεί να είναι η αφορμή για την διάγνωση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού.
Στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό τα οστά χάνουν ασβέστιο, με αποτέλεσμα την εξασθένησή τους, συχνά χωρίς εμφανή συμπτώματα.
Για τον λόγο αυτό δεν αρκεί η αντιμετώπιση μόνο της οστεοπενίας / οστεοπόρωσης. Θα πρέπει να γίνεται έλεγχος του ασθενούς και αν βρεθεί πάθηση των παραθυρεοειδών θα πρέπει αυτή κυρίως να αντιμετωπιστεί σωστά, καθώς αποτελεί την πραγματική αιτία των υπολοίπων προβλημάτων από τα οστά.
Η επιτυχής χειρουργική επέμβαση διακόπτει τον φαύλο κύκλο της διαδικασίας πρόκλησης οστικών βλαβών και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αποκατάσταση όσων οστικών βλαβών έχουν προκληθεί εξ αιτίας του υπερπαραθυρεοειδισμού, σταδιακά και με την πάροδο του χρόνου.
ΜΑΘΕΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη χειρουργική του θυρεοειδούς και των παραθυρεοειδών, μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του εξειδικευμένου Χειρουργού Θυρεοειδούς και Παραθυρεοειδών Γεώργιου Σακοράφα, με αναλυτική ενημέρωση για τις παθήσεις, τη διάγνωση και τη σύγχρονη χειρουργική αντιμετώπισή τους.
ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙΤΕ
ΕΥΓΕΝΙΔΕΙΟ-Παπαδιαμαντοπούλου 20 (Ιλίσια)
ΙΑΤΡΙΚΟ ΨΥΧΙΚΟΥ – Άντερσεν 5 (Νέο Ψυχικό)
ΜΗΤΕΡΑ- Ερυθρού Σταυρού 5 (Μαρούσι)
ΤΗΛ. 2107487318 & 6977068223
email: georgesakorafas@yahoo.com