Στόχος της θεραπείας με λεβοθυροξίνη είναι η υποκατάσταση της ελλειμματικής λειτουργίας του θυρεοειδούς. Για το λόγο αυτό, η εν λόγω θεραπεία είναι γνωστή και σας θεραπεία υποκατάστασης.
Μετά την αρχική χορήγηση λεβοθυροξίνης ακολουθεί εργαστηριακός έλεγχος (μέτρηση θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα) περίπου 6 – 8 εβδομάδες μετά. Με βάση τις τιμές αυτές κρίνεται αν η δόση που χορηγείται είναι επαρκής ή όχι.
Είναι πιθανόν να χρειαστεί τροποποίηση της αρχικής δόσης προκειμένου τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα να είναι μέσα στα φυσιολογικά όρια.
Μετά την τροποποίηση της δόσης, γίνεται εκ νέου έλεγχος των επιπέδων θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα. Αν είναι μέσα στα φυσιολογικά επίπεδα, αυτό σημαίνει ότι η δόση της λεβοθυροξίνης είναι η ενδεδειγμένη.
Ο νέος έλεγχος των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα ακολουθεί μετά από 6 μήνες και αν και πάλι είναι μέσα στα φυσιολογικά επίπεδα ο έλεγχος επαναλαμβάνεται στη συνέχεια ανά έτος.
Η χειρουργική επέμβαση δεν έχει θέση στην αντιμετώπιση του υποθυρεοειδισμού. Μπορεί εντούτοις να απαιτηθεί αν συνυπάρχουν και άλλες παθολογικές βλάβες από τον θυρεοειδή (π.χ. καρκίνος θυρεοειδούς).